ζυμώνω


ζυμώνω
(AM ζυμῶ, -όω, Μ και ζυμώνω)
1. αναμιγνύω αλεύρι ή άλλο αμυλώδες υλικό με νερό, μαλάσσω το μίγμα για να δημιουργηθεί μάζα πηχτή («ζυμώνω ψωμί»)
2. αναμιγνύω οποιαδήποτε ύλη με νερό καθιστώντας την πολτώδη («ζυμώνω γύψο»)
3. παρασκευάζω μίγμα με σύμμιξη διαφόρων υλών («ζυμώνω πυρίτιδα»)
4. μτφ. με ποικίλες ενέργειες προσπαθώ να διαμορφώσω μια κατάσταση ή ένα γεγονός («ζυμώνονται ακόμη οι εκλογικοί συνδυασμοί τών υποψηφίων»)
5. παθ. ζυμώνομαι
χημ. υφίσταμαι ζύμωση, δηλ. τη χημική ενέργεια κατά την οποία οργανικά σώματα αποσυντίθενται σιγά σιγά και αναπτύσσουν αέρια και αυτοθέρμανση («το κρασί ζυμώνεται στο βαρέλι»)
6. παροιμ. α) «οπού δεν θέλει να ζυμώσει πέντε μέρες κοσκινίζει» — γι' αυτούς που αποφεύγουν με διάφορες προφάσεις την εργασία
β) «αν θα ζυμώσεις το ταχύ, αποβραδίς κοσκινά» — προετοίμαζε έγκαιρα κάθε δουλειά σου
γ) «το ζυμάρι όσο τό ζυμώνεις τόσο φουσκώνει» — η διαρκής φροντίδα ενός έργου συντελεί στην πρόοδό του
αρχ.
1. προκαλώ ζύμωση σε κάτι, βάζω ζύμη σε κάτι για χημική επεξεργασία («οὐκ οἴδατε ὅτι μικρά ζύμη ὅλον τὸ φύραμα ζυμοῑ;», ΚΔ)
2. παθ. ζυμοῡμαι, -όομαι
α) ενώνομαι με τη ζύμη, ζυμώνομαι, υφίσταμαι ζύμωση, βράζω
β) προκαλώ αναβρασμό
3. υφίσταμαι τη διεργασία τής πέψεως, χωνεύω, υφίσταμαι τις πεπτικές ζυμώσεις.
[ΕΤΥΜΟΛ. < αρχ. ζυμώ < ζύμη].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ζυμώνω — ζυμώνω, ζύμωσα βλ. πίν. 3 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • ζυμώνω — ζύμωσα, ζυμώθηκα, ζυμωμένος 1. φτιάχνω ζυμάρι: Ζυμώνω το αλεύρι, το γύψο, τον πηλό. 2. παθ., με διάφορες ενέργειες προετοιμάζεται κάποια αλλαγή: Ζυμώνεται πολιτική μεταβολή …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ζυμώνω — [зжюно]/* зажимал, тесто …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • μάσσω — (AM, Α αττ. τ. μάττω) 1. ζυμώνω, πιέζω ζύμη μέσα σε ένα καλούπι, ειδικά για μικρές κρίθινες πίτες που τίς έτρωγαν χωρίς να τίς ψήσουν («οὐδεὶς γὰρ αίῃ με μάττοντ ἐσθίειν», Αριστοφ.) 2. κατεργάζομαι, μαλάσσω, «δουλεύω» κάτι με το χέρι, ζυμώνω… …   Dictionary of Greek

  • αναζυμώνω — (Α ἀναζυμῶ, όω) νεοελλ. 1. ζυμώνω εκ νέου, ξαναζυμώνω ή απλώς ζυμώνω 2. κάνω κάτι να υποστεί ζύμωση 3. υφίσταμαι την επίδραση τής ζύμης, φουσκώνω αρχ. επενεργώ όπως η ζύμη, κάνω κάτι να φουσκώσει. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἀνα * + ζυμῶ. ΠΑΡ. αναζύμωση ( ις)… …   Dictionary of Greek

  • ζυμωταριά — η [ζυμώνω] η σκάφη όπου ζυμώνεται το αλεύρι, το ζυμωτήρι. [ΕΤΥΜΟΛ. < ζυμώνω + κατάλ. ταριά (πρβλ. ξαπλω ταριά, ψησ ταριά)] …   Dictionary of Greek

  • καταφυρώ — καταφυρῶ, άω (Α) (επιτ. τ. τού φυρώ) ζυμώνω, ανακατεύω εντελώς. [ΕΤΥΜΟΛ. < κατ(α) * + φυρῶ «ζυμώνω, ανακατεύω»] …   Dictionary of Greek

  • μεταφυρώ — μεταφυρῶ, άω (Α) μτφ. (για καλή διδασκαλία) ζυμώνω εκ νέου ή με διαφορετικό τρόπο. [ΕΤΥΜΟΛ. < μετ(ά) * + φυρώ «ζυμώνω, ανακατεύω»] …   Dictionary of Greek

  • αζύμωτος — η, ο 1. αυτός που δεν ζυμώθηκε καθόλου, ο μη ζυμωμένος ή αυτός που δεν ζυμώθηκε αρκετά, ο κακοζυμωμένος 2. αυτός που δεν ζύμωσε 3. (για υγρά) αυτός που δεν έχει υποστεί την κατάλληλη ζύμωση. [ΕΤΥΜΟΛ. < α στερητ. + ζυμωτός < ζυμώνω. ΠΑΡ.… …   Dictionary of Greek

  • αναδεύω — (Α ἀναδεύω) αναμιγνύω, ανακατεύω, αναταράσσω νεοελλ. 1. ζυμώνω πολύ, ανακατεύω κάτι (πηλό, ζύμη κ.λπ.) 2. κινώ, ανασκαλεύω 3. (αμτβ.) κινούμαι στον ίδιο τόπο, συσπειρώνομαι, ανασαλεύω (π. χ. το παιδί στην κοιλιά τής μάνας) αρχ. υγραίνω, βρέχω,… …   Dictionary of Greek